πλουμερία


πλουμερία
(plumeria). Φυτό που οφείλει το όνομά του στον Γάλλο βοτανολόγο Πλουμιέ (Plumier), που πρώτος το κατέγραψε. Λέγεται και πλουμέρια. Ο Plumier (1646-1706) έγραψε διεξοδικά για τον τρόπο πολλαπλασιασμού του.
* * *
η, Ν
βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην τάξη γεντιανώδη, περιλαμβάνει περίπου σαράντα είδη μικρών δέντρων και θάμνων που είναι ιθαγενή τής τροπικής Αμερικής, έχουν μεγάλα φύλλα κατ' εναλλαγή και μεγάλα λευκά, κιτρινωπά ή ρόδινα άνθη σε επάκριες ταξιανθίες, ενώ ορισμένα είδη καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά σε κήπους και πάρκα σε περιοχές με θερμό κλίμα και σε θερμοκήπια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. plumeria < Plumerius, εκλατινισμένη μορφή τού ον. τού Charles Plumier].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.